Ανακοίνωση Δυσάρεστων  Νέων: στο Μυαλό του Ασθενή

Ανακοίνωση Δυσάρεστων Νέων: στο Μυαλό του Ασθενή

γράφει η Έφη Σίμου*

Κατά τη διάρκεια της ανακοίνωσης των δυσάρεστων νέων, πολλά συναισθήματα και παρατεταμένες συναισθηματικές καταστάσεις μπορεί να κατακλύσουν τον ασθενή. Οι ασθενείς αναφέρουν μία ποικιλία συναισθηματικών αντιδράσεων στο άκουσμα δυσάρεστων νέων, όπως σοκ, τρόμος, θυμός, άγχος, θλίψη, αποδοχή της νέας κατάστασης.

Φαίνεται πως η συμπεριφορά του γιατρού και ο τρόπος που επικοινωνεί τα δυσάρεστα νέα είναι πιο σημαντικά από ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής συνάντησης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ασθενείς, οι οποίοι αισθάνονταν ότι η παροχή πληροφοριών πραγματοποιήθηκε με λανθασμένο τρόπο, είχαν διπλάσιες πιθανότητες να είναι καταθλιπτικοί ή ανήσυχοι σε σχέση με τους ασθενείς οι οποίοι ήταν ικανοποιημένοι.

Ας δούμε όμως κάποια από τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα που βιώνει ο ασθενής, προκειμένου να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο βιώνει την ανακοίνωση των δυσάρεστων νέων.

Άγχος
Το άγχος αποτελεί μία καθολική απάντηση στην αβεβαιότητα, η οποία προκαλεί μια απειλητική για τη ζωή ασθένεια και η απειλή του θανάτου. Η ανησυχία σηματοδοτεί απειλή για την ευημερία και την ακεραιότητα του ατόμου. Χαμηλά επίπεδα άγχους μπορεί να ενεργοποιήσουν τον ασθενή να κινητοποιηθεί στην αντιμετώπιση της νέας απειλής για τη ζωή του, υπερβολικό άγχος μπορεί να λειτουργήσει συγχυτικά και να εμποδίσει τον ασθενή να διαχειριστεί αποτελεσματικά την νέα κατάσταση που καλείται να αντιμετωπίσει.

Ο φόβος για το πως θα εξελιχθούν τα συμπτώματα, το άγνωστο και το πρωτόγνωρο της εμπειρίας, ο φόβος για τα φάρμακα και τις εξετάσεις, μπορούν επίσης να επιτείνουν την αίσθηση του άγχους.

Οι ασθενείς με άγχος μπορεί να μην ανεχθούν θεραπείες με επιτυχία και να διακόψουν τα χορηγούμενα θεραπευτικά σχήματα. Το άγχος μπορεί να οδηγήσει ορισμένους ασθενείς να αποκρύψουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα, λόγω του φόβου για το τι θα μπορούσε να αποκαλυφθεί. Επίσης, ανήσυχοι ασθενείς δεν μπορούν να αφομοιώσουν τις νέες πληροφορίες και μπορεί να κάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες ερωτήσεις, να μην κάνουν λογικές ερωτήσεις ή να είναι καχύποπτοι στις συστάσεις του γιατρού. Ακόμα, το άγχος μπορεί να μειώσει την αντοχή στον πόνο και να προκαλέσει εντατικοποίηση της σωματικής δυσφορίας. Η άρνηση της ασθένειας είναι ένα παράδειγμα μίας ακραίας μορφής του άγχους, κατά την οποία ο ασθενής δείχνει ότι η πραγματικότητα της ασθένειας είναι αφόρητη. Η άρνηση χρησιμεύει ως ψυχολογική άμυνα προστατεύοντας τον ασθενή, τουλάχιστον προσωρινά, από τον πόνο και τη δυστυχία που σχετίζονται με την πραγματικότητα.

Όταν ο κλινικός γιατρός βρεθεί αντιμέτωπος με ένα ανήσυχο ασθενή, θα πρέπει να αναγνωρίσει και να διαφοροποιήσει το βαθμό στον οποίο το άγχος αντιπροσωπεύει μία οξεία ή υποξεία αντίδραση στην ασθένεια ή αποτελεί μέρος μίας πραγματικά αγχώδους διαταραχής και κατάθλιψης.

Σε γενικές γραμμές, οι ασθενείς που είναι εξαιρετικά ανήσυχοι επεξεργάζονται με δυσκολία τις νέες πληροφορίες.

Ενήμεροι γιατροί, οι οποίοι παρέχουν στον ασθενή την ευκαιρία να μοιραστεί τις ανησυχίες και τους φόβους του αναπτύσσουν το έδαφος για αποτελεσματικότερη διαχείριση της ιατρικής κατάστασης που αντιμετωπίζουν.

Θυμός
Επίσης, πολλοί ασθενείς αντιδρούν με θυμό στην αναγγελία δυσάρεστων νέων. Ο θυμός σε αυτή την περίπτωση είναι συχνά μία απάντηση στην απώλεια ή στην νέα απειλητική κατάσταση και εξυπηρετεί τον σκοπό της κινητοποίησης των εσωτερικών συναισθηματικών πόρων και αντοχών για την καταπολέμηση της ασθένειας.

Πολλοί παράγοντες μπορεί να συνεισφέρουν στη μεγιστοποίηση συναισθημάτων θυμού: καθυστερήσεις στη διάγνωση, κατάθλιψη, ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, πόνος που παραμένει χωρίς παρηγορητική αγωγή, απογοήτευση, συναισθήματα εγκατάλειψης από το Θεό (για όσους πιστεύουν), έλλειψη προοπτικής. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να εκφραστούν έμμεσα με οργή του ασθενή στον ίδιο ή στο γιατρό του.

Κακή διαχείριση, καθημερινές ταπεινώσεις και ενοχλήσεις στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης μπορεί επίσης να επιτείνουν την κατάσταση.

Μερικοί ασθενείς μπορεί να εκφράσουν το θυμό τους πολύ άμεσα και ανοιχτά, ενώ άλλοι μπορεί να αντιδράσουν εκφράζοντας τη λύπη τους και προσπαθώντας να ελέγξουν και να αμβλύνουν το συναίσθημα του θυμού.

Όταν ένας ασθενής είναι θυμωμένος, η ακρόαση, η αναγνώριση και η επικύρωση των συναισθημάτων του μπορεί να λειτουργήσουν θεραπευτικά.
Ενθαρρύνοντας τον ασθενή να μιλήσει για τα συναισθήματά του και τις πηγές από τις οποίες εκπορεύεται ο θυμός του μπορεί να λειτουργήσει ως η κατάλληλη συνταγή που θα αμβλύνει το συναισθηματικό πόνο, καθώς και να εξομαλύνει το πλάνο της θεραπευτικής διαδικασίας.

Το να αισθανθεί ο ασθενής ότι τον ακούν και τον κατανοούν μπορεί να βοηθήσει να διαλυθεί ο θυμός του.

Από την άλλη πλευρά, όταν ο γιατρός ανταποκρίνεται αμυντικά ο θυμός του ασθενή μπορεί να κλιμακωθεί. Η επικοινωνία με ζεστασιά, εν-συναίσθηση και κατανόηση μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να ανακτήσει το χαμένο έλεγχο και την αίσθηση προοπτικής.

Ένας από τους καλύτερους τρόπους για να προετοιμαστεί ένας ασθενής για τη συμμετοχή του στις αποφάσεις της θεραπείας, είναι να εξασφαλιστεί ότι καταλαβαίνει τις πληροφορίες που του έχουν δοθεί.

Η ψυχολογική κατάσταση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες θα γίνουν αντιληπτές. Για παράδειγμα, όταν είμαστε θυμωμένοι είναι εύκολο να πούμε πράγματα που δεν τα εννοούμε πραγματικά, που μπορεί αργότερα να μετανιώσουμε ή μπορεί να παρερμηνευθούν από τους άλλους.

Όταν είμαστε αγχωμένοι και συναισθηματικά συγκλονισμένοι ή ευάλωτοι δημιουργούμε περισσότερες πιθανότητες αυτά που λέμε να παρερμηνευθούν από άλλους, να στείλουμε απωθητικά ή συγχυτικά, μη λεκτικά μηνύματα και σήματα, τα οποία συνήθως οφείλονται σε σπασμωδική συμπεριφορά και δεν ισχύουν σε κανονικές συνθήκες ψυχικής διάθεσης. Γι’ αυτό το λόγο θα ήταν χρήσιμο να «πάρουμε» λίγο χρόνο για να ηρεμήσουμε πριν συνεχίσουμε τη συνομιλία.

Ωστόσο, η διαδικασία της προσαρμογής στις θλιβερές ειδήσεις μπορεί να πάρει μέρες ή και εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο ασθενής είναι απορροφημένος με θέματα ζωής και θανάτου και με την ανησυχία και την αβεβαιότητα που ενέχει η ματαιότητα της ίδιας του της ύπαρξης και θα πρέπει να υπάρξει κατανόηση και να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος αντίδρασης και προσαρμογής στη νέα κατάσταση.

* Συγγραφέας του βιβλίου: ” Επικοινωνία Γιατρού- Ασθενούς”. Ένας πρακτικός οδηγός δεξιοτήτων επικοινωνίας.

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με αναφορά στην πηγή: www. karkinaki.gr

ΓΡΑΦΕΙ:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *